11_9.jpg

2017/10/19 - 02:07

The Metamorphosis - Part One

translated by Alexandros Kypriotis

Ι

Όταν ο Γκρέγκορ Ζάμσα ξυπνούσε ένα πρωί από ανήσυχα όνειρα, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σ’ ένα τεράστιο παράσιτο. Ήτανε ξαπλωμένος με τη ράχη του σκληρή σαν όστρακο κι έβλεπε, όποτε σήκωνε λίγο το κεφάλι, την τουρλωτή, καφετιά, χωρισμένη από τοξοειδείς σκληρύνσεις κοιλιά του, που στην κορφή της η κουβέρτα, έτοιμη να γλιστρήσει και να πέσει εντελώς, δεν μπορούσε να κρατηθεί άλλο. Τα πολλά, σε σύγκριση με το υπόλοιπο μέγεθός του αξιοθρήνητα λεπτά του πόδια τρεμοπαίζανε ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.

 «Τι μου συνέβη;», σκέφθηκε. Δεν ήταν όνειρο. Το δωμάτιό του, ένα σωστό, μόνο κάπως υπερβολικά μικρό ανθρώπινο δωμάτιο, ήτανε ήσυχο ανάμεσα στους τέσσερεις γνώριμους τοίχους. Επάνω απ’ το τραπέζι, που πάνω του ήταν αραδιασμένη μια ανοιγμένη συλλογή με δείγματα υφασμάτων – ο Ζάμσα ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος - κρεμότανε η φωτογραφία που είχε κόψει πρότινος από ένα εικονογραφημένο περιοδικό και την είχε βολέψει σε μιαν όμορφη, επιχρυσωμένη κορνίζα. Παρίστανε μια γυναίκα, που, μ’ ένα γούνινο καπέλο κι ένα γούνινο μποά, καθότανε ευθυτενής και σήκωνε ένα βαρύ γούνινο μανσόν, που μέσα του είχε εξαφανισθεί ολόκληρος ο βραχίονάς της, προς τον θεατή.

 Το βλέμμα τού Γκρέγκορ κατευθύνθηκε ύστερα προς το παράθυρο, και ο μουντός καιρός – ακούονταν οι σταγόνες της βροχής να χτυπάνε στη λαμαρίνα του παραθύρου – τον έκαμε εντελώς μελαγχολικό. «Τι θα γινόταν, αν συνέχιζα να κοιμάμαι λίγο ακόμη κι όλες τις τρέλες τις ξεχνούσα», σκέφθηκε, αλλά αυτό ήταν παντελώς ακατόρθωτο, διότι είχε συνηθίσει να κοιμάται στο δεξί πλευρό, στην τωρινή του την κατάσταση όμως δεν μπορούσε να πάρει αυτή τη στάση. Με όση δύναμη κι αν ριχνότανε στο δεξί πλευρό, ολοένα λικνιζότανε κι επέστρεφε στην ύπτια στάση. Το προσπάθησε κι εκατό φορές, έκλεινε τα μάτια, για να μην αναγκάζεται να βλέπει τα πόδια του που σπαρταρούσανε, και τα παράτησε μόνο όταν άρχισε να νιώθει στο πλευρό έναν ελαφρύ, αμυδρό πόνο που δεν τον είχε νιώσει ποτέ μέχρι τότε.

 «Αχ, Θεέ μου», σκέφθηκε, «τι κουραστικό επάγγελμα έχω διαλέξει! Ημέρα μπαίνει, ημέρα βγαίνει σε ταξίδι. Η αναστάτωση απ’ το εμπόριο είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι στο πραγματικό εμπορικό στην πατρίδα, και πέραν τούτου μου έχει επιβληθεί επιπλέον κι αυτό το βάσανο του ταξιδιού, οι έγνοιες για τις ανταποκρίσεις των τρένων, το ακανόνιστο, άσχημο φαγητό, μία συνεχώς μεταβαλλόμενη, ουδέποτε διαρκής, ουδέποτε εγκάρδια ανθρώπινη επικοινωνία. Ο διάολος να τα πάρει όλ’ αυτά!» Ένιωσε μιαν ελαφρά φαγούρα στο πάνω μέρος της κοιλιάς· σύρθηκε με τη ράχη αργά-αργά να πάει πιο κοντά στον ξυλοστάτη του κρεβατιού, για να μπορέσει να σηκώσει καλύτερα το κεφάλι· βρήκε το σημείο που είχε τη φαγούρα, το οποίο ήτανε γεμάτο με μικρά άσπρα στίγματα, που δεν μπορούσε να τα κρίνει· και θέλησε με το ένα πόδι να ψηλαφίσει το σημείο, αλλά το τράβηξε αμέσως πάλι πίσω, διότι με το άγγιγμα τον έπιασε σύγκρυο.

 Γλιστρώντας γύρισε πάλι στην προηγούμενή του στάση. «Τούτο το πρώιμο ξύπνημα», σκέφθηκε, «σε κάμνει να χαζεύεις εντελώς. Ο άνθρωπος πρέπει να παίρνει τον ύπνο του. Άλλοι εμπορικοί αντιπρόσωποι ζούνε σαν σουλτάνες. Όποτε εγώ λόγου χάριν επιστρέφω στο πανδοχείο πριν απ’ το μεσημέρι, για να γράψω τις παραγγελίες που έκλεισα, μόλις που έχουνε καθήσει εκείνοι οι κύριοι να πάρουνε το πρωινό τους. Για να το δοκίμαζα εγώ αυτό με τον διευθυντή μου· θα με ξαπόστελνε επί τόπου. Ποιος ξέρει όμως αν δεν ήτανε πολύ καλό για μένα αυτό. Αν δεν συγκρατιόμουν εγώ λόγω των γονιών μου, θα είχα προ πολλού παραιτηθεί, θα είχα πάει μπροστά στον διευθυντή και θα του είχα πει τη γνώμη μου από τα βάθη της καρδιάς μου. Θα έπεφτε κάτω απ’ το γραφείο του! Είναι και παράξενος ο τρόπος του να κάθεται πάνω στο γραφείο και να μιλά αφ’ υψηλού με τον υπάλληλο, που αναγκάζεται επιπλέον λόγω της βαρηκοΐας του διευθυντή να πλησιάζει πολύ κοντά. Λοιπόν, η ελπίδα δεν έχει χαθεί ακόμη παντελώς· μόλις μαζέψω τα χρήματα, για να του ξεχρεώσω την οφειλή των γονιών μου – να πάρει πέντε μ’ έξι χρόνια ακόμη - θα το κάμω αυτό το πράγμα οπωσδήποτε. Τότε θα γίνει η μεγάλη ρήξη. Προς το παρόν όμως πρέπει να σηκωθώ, διότι το τρένο μου φεύγει στις πέντε.»

 Και κοίταξε απέναντι στο ξυπνητήρι, που έκαμνε τικ-τακ επάνω στην κασέλα. «Ουράνιε πατέρα!», σκέφθηκε. Ήταν εξήμισυ η ώρα, κι οι δείκτες προχωρούσαν ήρεμα, ήτανε μάλιστα περασμένες και μισή, πλησίαζε κιόλας παρά τέταρτο. Μήπως το ξυπνητήρι δεν είχε χτυπήσει; Φαινότανε απ’ το κρεβάτι ότι είχε μπει σωστά στις τέσσερεις· σίγουρα είχε χτυπήσει κιόλας. Ναι, αλλά ήταν δυνατόν να κοιμάται ήσυχα κανείς μ’ εκείνο το χτύπημα που ταρακουνούσε το έπιπλο; Βέβαια, ήρεμα δεν είχε κοιμηθεί, αλλά μάλλον ακόμη πιο βαθιά. Τι να έκαμνε όμως τώρα; Το επόμενο τρένο έφευγε στις επτά· για να το προλάβει, θα έπρεπε να βιαστεί σαν τρελός, κι η συλλογή δεν ήτανε πακεταρισμένη ακόμη, και του λόγου του δεν ένιωθε καθόλου ιδιαίτερα φρέσκος κι ευκίνητος. Κι ακόμη κι αν το προλάβαινε το τρένο, τον αναβαλλόμενο του διευθυντή δεν θα τον απέφευγε, διότι ο λακές του εμπορικού περίμενε το τρένο των πέντε και για την αμέλειά του είχε προ πολλού ειδοποιήσει. Ήταν ένα δημιούργημα του διευθυντή, χωρίς τόλμη και κατανόηση. Τι θα γινότανε, αν ειδοποιούσε ότι ήταν άρρωστος; Αυτό όμως θα ήταν άκρως ενοχλητικό και ύποπτο, διότι ο Γκρέγκορ κατά την πενταετή υπηρεσία του δεν είχε αρρωστήσει ούτε μια φορά. Σίγουρα θα ερχότανε ο διευθυντής με τον γιατρό τού ασφαλιστικού ταμείου, θα κατηγορούσε τους γονείς λόγω του τεμπέλη γιου και όλες τις ενστάσεις θα τις διέκοπτε με την υπόδειξη του γιατρού τού ασφαλιστικού ταμείου, για τον οποίον βέβαια εν γένει υπάρχουνε μόνο καθ’ όλα υγιείς, αλλά ανεπρόκοποι άνθρωποι. Και μήπως θα είχε άλλωστε εντελώς άδικο σε τούτη την περίπτωση; Ο Γκρέγκορ όντως ένιωθε, πέρα από κάποια μετά τον πολύ ύπνο πράγματι περιττή υπνηλία, εντελώς καλά κι είχε μάλιστα και μιαν ιδιαίτερα έντονη πείνα.

 Όταν τα συλλογίσθηκε όλ’ αυτά με μέγιστη βιάση, χωρίς να μπορεί να πάρει την απόφαση να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι – εκείνη τη στιγμή το ξυπνητήρι χτυπούσε επτά παρά τέταρτο – ακούστηκε ένα προσεχτικό χτύπημα στην πόρτα στο κεφαλάρι του κρεβατιού του. «Γκρέγκορ», ακούστηκε – ήταν η μητέρα του – «είναι επτά παρά τέταρτο. Δεν ήθελες να φύγεις;» Η γλυκειά η φωνή! Ο Γκρέγκορ τρόμαξε, όταν άκουσε τη φωνή του ν’ απαντάει, που ήταν μάλλον απαραγνώριστα η προηγούμενή του, στην οποία όμως, σαν από κάτω, αναμειγνυόταν ένα ακαταμάχητο, επώδυνο πίπισμα, που τις λέξεις τυπικά μόνο την πρώτη στιγμή τις άφηνε στην καθαρότητά τους, για να τις καταστρέψει στον απόηχο με τέτοιο τρόπο, που ο άλλος δεν ήξερε αν είχε ακούσει σωστά. Ο Γκρέγκορ ήθελε ν’ απαντήσει διεξοδικά και να εξηγήσει τα πάντα, περιορίστηκε όμως υπό τις συνθήκες αυτές να πει: «Ναι, ναι, ευχαριστώ, μητέρα, σηκώνομαι κιόλας.» Εξ αιτίας της ξύλινης πόρτας η αλλαγή στη φωνή τού Γκρέγκορ δεν έγινε μάλλον έξω αντιληπτή, διότι η μητέρα καθησυχάστηκε με τούτη την εξήγηση κι ακούστηκε να φεύγει σέρνοντας τα πόδια της. Αλλά με τη μικρή συζήτηση τα άλλα μέλη της οικογένειας προσέξανε ότι ο Γκρέγκορ αντίθετα με τ’ αναμενόμενα ήταν στο σπίτι ακόμη και ήδη χτυπούσε στη μία πλαϊνή πόρτα ο πατέρας, αδύναμα, αλλά με τη γροθιά του. «Γκρέγκορ, Γκρέγκορ», αναφώνησε, «τι γίνεται λοιπόν;» Κι ύστερα από λίγο υπενθύμιζε ακόμη μια φορά με φωνή πιο βαθειά: «Γκρέγκορ! Γκρέγκορ!» Στην άλλη πλαϊνή πόρτα όμως κλαψούριζε σιγανά η αδελφή του: «Γκρέγκορ; Δεν είσαι καλά; Χρειάζεσαι κάτι;» Και στις δυο πλευρές απάντησε ο Γκρέγκορ: «Έτοιμος είμαι ντε», και προσπάθησε με την επιμελέστατη προφορά και με παρεμβολή μακρών παύσεων ανάμεσα στις μεμονωμένες λέξεις ν’ αφαιρέσει απ’ τη φωνή του κάθε τι που θα έκαμνε εντύπωση. Ο πατέρας επέστρεψε επίσης στο πρωινό του, η αδελφή όμως ψιθύρισε: «Γκρέγκορ, άνοιξε, σ’ εξορκίζω.» Ο Γκρέγκορ όμως δεν σκέφθηκε καθόλου να ανοίξει, αλλά επαίνεσε την πρόνοια που του είχε μείνει απ’ τα ταξίδια να κλειδαμπαρώνει και στο σπίτι τη νύχτα όλες τις πόρτες.

 Κατ’ αρχάς ήθελε να σηκωθεί ήσυχα κι ανενόχλητος, να ντυθεί και προ πάντων να προγευματίσει, κι ύστερα να συλλογισθεί τα περαιτέρω, διότι, αυτό το παρατήρησε, στο κρεβάτι δεν θα έβγαζε καμμία λογική άκρη με τις σκέψεις. Θυμήθηκε ότι συχνά αισθανότανε στο κρεβάτι κάποιον ελαφρύ πόνο που ίσως είχε προκληθεί από αδέξιο πλάγιασμα, ο οποίος ύστερα με το που σηκωνότανε αποδεικνυόταν καθαρή φαντασίωση, και είχε αγωνία να δει πώς θα διαλύονταν σιγά-σιγά οι σημερινές του οι φαντασιώσεις. Για το ότι η αλλαγή της φωνής δεν ήτανε τίποτε άλλο παρά ο προάγγελος ενός γερού κρυολογήματος, μιας επαγγελματικής ασθένειας των εμπορικών αντιπροσώπων, δεν αμφέβαλλε ούτε στο ελάχιστο.

 Το να πετάξει από πάνω του την κουβέρτα ήταν εντελώς απλό· χρειάστηκε μόνο να φουσκώσει λίγο αυτός κι εκείνη έπεσε από μόνη της. Αλλά στη συνέχεια δυσκολέψανε τα πράγματα, ιδιαίτερα επειδή ήτανε υπερβολικά φαρδύς. Θα χρειαζότανε μπράτσα και χέρια, για να ισιώσει το κορμί του· αντί γι’ αυτά όμως είχε μόνο τα πολλά ποδαράκια, που έκαμναν ακατάπαυστα τις πλέον διαφορετικές κινήσεις και που επιπλέον δεν μπορούσε να τα κυβερνήσει. Πήγαινε μια φορά να λυγίσει το ένα, κι ήταν εκείνο τότε το πρώτο που απλωνόταν· κι όταν κατάφερνε επιτέλους να κάμει μ’ εκείνο το πόδι αυτό που ήθελε, τότε δουλεύαν’ εν τω μεταξύ όλα τ’ άλλα, σαν απελευθερωμένα, με μέγιστη, επώδυνη ταραχή. «Να μη μείνω μόνο άχρηστος στο κρεβάτι», είπε με τον νου του ο Γκρέγκορ.

 Αρχικά ήθελε να βγει απ’ το κρεβάτι με το κάτω μέρος του σώματός του, αλλά εκείνο το κάτω μέρος, που επιπλέον δεν το είχε δει ακόμη και που δεν μπορούσε και να το φανταστεί σωστά, αποδεικνυόταν υπερβολικά δυσκίνητο· τα πράγματα γίνονταν πολύ αργά· κι όταν τελικά, εξαγριωμένος σχεδόν, με φόρα, χωρίς να σκεφθεί έσπρωξε προς τα εμπρός, είχε διαλέξει λάθος κατεύθυνση, χτύπησε δυνατά στον κάτω ξυλοστάτη του κρεβατιού, και ο καυτός ο πόνος που αισθάνθηκε του δίδαξε ότι ακριβώς το κάτω μέρος του σώματός του ήταν εκείνη τη στιγμή ίσως το πιο ευαίσθητο.

 Προσπάθησε ως εκ τούτου να βγάλει αρχικά τον κορμό του απ’ το κρεβάτι, και γύρισε προσεχτικά το κεφάλι προς του κρεβατιού την άκρη. Τούτο έγινε επίσης εύκολα, και παρά το φάρδος και το βάρος της ακολούθησε τελικά η μάζα τού σώματος αργά-αργά τη στροφή του κεφαλιού. Αλλ’ όταν κράτησε επιτέλους το κεφάλι έξω απ’ το κρεβάτι στο κενό, άρχισε να φοβάται να προχωρήσει μ’ αυτόν τον τρόπο παραπέρα, διότι αν τελικά έπεφτε έτσι, έπρεπε να γίνει θαύμα, για να μην τραυματιστεί το κεφάλι του. Και τις αισθήσεις του δεν έπρεπε τώρα για κανέναν λόγο να τις χάσει· καλύτερα να έμενε στο κρεβάτι.

 Αλλ’ όταν πάλι με τον ίδιο κόπο αγκομαχώντας ξάπλωσε έτσι όπως προηγουμένως, κι έβλεπε πάλι τα ποδαράκια του να πολεμάνε μάλλον ακόμη πιο πολύ το ένα με το άλλο και δεν έβρισκε καμμία δυνατότητα να βάλει ηρεμία και τάξη σ’ εκείνη την αυθαιρεσία, είπε πάλι με τον νου του ότι ήταν αδύνατο να μείνει στο κρεβάτι και ότι το λογικότερο είναι να θυσιάσει τα πάντα, αν υπήρχε έστω κι η ελάχιστη ελπίδα ν’ απελευθερωθεί μ’ αυτό απ’ το κρεβάτι. Συγχρόνως όμως δεν ξέχασε να θυμίσει εν τω μεταξύ στον εαυτό του ότι πολύ καλύτερη απ’ τις απεγνωσμένες αποφάσεις είναι η ήρεμη κι ηρεμότατη σκέψη. Τέτοιες στιγμές κατεύθυνε τα μάτια όσο το δυνατόν πιο έντονα στο παράθυρο, αλλά δυστυχώς από τη θέα της πρωινής ομίχλης, που σκέπαζε μάλιστα την άλλη πλευρά του στενού δρόμου, λίγη αισιοδοξία κι ενθάρρυνση μπορούσε να πάρει. «Επτά η ώρα κιόλας», είπε με τον νου του όταν χτύπησε και πάλι το ξυπνητήρι, «επτά η ώρα κιόλας κι ακόμη τέτοια ομίχλη.» Και για λιγάκι έμεινε ξαπλωμένος ήσυχος μ’ αδύναμη αναπνοή, σαν να πρόσμενε ίσως απ’ την απόλυτη σιγή την επάνοδο των πραγματικών και αυτονόητων συνθηκών.

 

Ύστερα όμως είπε με τον νου του: «Προτού χτυπήσει οκτώ και τέταρτο, πρέπει οπωσδήποτε να έχω σηκωθεί απ’ το κρεβάτι εντελώς. Εξάλλου μέχρι τότε θα έρθει κάποιος απ’ το εμπορικό, για να με ζητήσει, διότι το εμπορικό ανοίγει πριν από τις επτά.» Κι άρχισε τώρα να λικνίζεται για να σηκώσει το σώμα του σε όλο του το μήκος εντελώς ταυτόχρονα απ’ το κρεβάτι. Αν έπεφτε μ’ αυτόν τον τρόπο απ’ το κρεβάτι, το κεφάλι, που κατά την πτώση σκόπευε να το σηκώσει πολύ, θα έμενε ενδεχομένως χωρίς κανένα τραύμα. Η ράχη του φαινότανε να είναι σκληρή· εκείνη με την πτώση πάνω στο χαλί τίποτε δεν θα πάθαινε. Τον μεγαλύτερο ενδοιασμό τού τον έφερε η σκέψη της δυνατής φασαρίας που έμελλε να γίνει και που πίσω απ’ όλες τις πόρτες θα προκαλούσε κατά πάσα πιθανότητα αν όχι τρόμο, τότε πάντως ανησυχία. Έπρεπε όμως να το τολμήσει.

            Όταν ο Γκρέγκορ εξείχε κιόλας ο μισός απ’ το κρεβάτι – η νέα μέθοδος ήτανε περισσότερο παιγνίδι παρά καταπόνηση, χρειαζότανε μόνο να λικνίζεται σπασμωδικά - του πέρασε απ’ τον νου πόσο απλά θα ήσαν όλα αν έρχονταν να τον βοηθήσουν. Δυο δυνατοί άνθρωποι – σκέφθηκε τον πατέρα του και την υπηρέτρια – θα αρκούσαν απολύτως· εκείνοι θα χώνανε μόνο τα χέρια τους κάτω απ’ την τουρλωτή του ράχη, θα τον χωρίζανε έτσι απ’ το κρεβάτι, θα σκύβανε με το φορτίο κι ύστερα θα έπρεπε απλώς να υπομείνουνε προσεχτικά να εκτελέσει εκείνος το καμπυλόγραμμο πέρασμά του στο πάτωμα, με την ελπίδα ότι εκεί ύστερα τα ποδαράκια θ’ αποκτούσανε κάποιο νόημα. Τώρα, πέρα απ’ το ότι οι πόρτες ήσαν κλειδαμπαρωμένες, μήπως έπρεπε πράγματι να καλέσει βοήθεια; Παρά την όλη ανημπόρια του δεν μπόρεσε μ’ αυτή τη σκέψη να πνίξει ένα χαμόγελο.

            Ήδη είχε φθάσει στο σημείο μ’ ένα πιο γερό λίκνισμα να μην μπορεί να κρατήσει άλλο την ισορροπία του, και πολύ σύντομα έπρεπε ν’ αποφασίσει πια οριστικά, διότι σε πέντε λεπτά θα ήταν επτά και τέταρτο - όταν χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού. «Αυτός είναι κάποιος απ’ το εμπορικό», είπε με τον νου του και σχεδόν πάγωσε, ενώ τα ποδαράκια του αρχίσανε να χορεύουνε ακόμη πιο βιαστικά. Για μια στιγμή έγινε απόλυτη σιγή. «Δεν ανοίγουνε», είπε με τον νου του ο Γκρέγκορ, παρασυρμένος από κάποιαν ανόητη ελπίδα. Αλλ’ ύστερα πήγε όπως πάντα φυσικά η υπηρέτρια με σταθερό βήμα στην πόρτα κι άνοιξε. Ο Γκρέγκορ χρειάστηκε ν’ ακούσει μόνο τον πρώτο χαιρετισμό του επισκέπτη κι ήξερε κιόλας ποιος ήταν – ο πληρεξούσιος αυτοπροσώπως. Γιατί να είναι καταδικασμένος ο Γκρέγκορ να υπηρετεί σε μία εταιρεία, όπου με την πιο μικρή αμέλεια αμέσως είχανε την πιο μεγάλη υποψία; Ήσαν δηλαδή όλοι οι υπάλληλοι μηδενός εξαιρουμένου μασκαράδες, δεν υπήρχε δηλαδή ανάμεσά τους κανένας πιστός αφοσιωμένος άνθρωπος, που, έστω κι αν δεν είχε εκμεταλλευθεί μια-δυο πρωινές ώρες για το εμπορικό, να τρελάθηκε από τύψεις συνειδήσεως και όντως να μην ήτανε σε θέση να εγκαταλείψει το κρεβάτι του; Δεν αρκούσε στην πραγματικότητα να στείλουν έναν μαθητευόμενο να ρωτήσει – αν ήτανε εν γένει απαραίτητη τούτη η ανάκριση – έπρεπε δηλαδή να έρθει ο πληρεξούσιος αυτοπροσώπως, κι έπρεπε να δείξουνε μ’ αυτό σ’ ολόκληρη την αθώα την οικογένεια ότι την εξέταση τούτης της ύποπτης υπόθεσης μπορούσαν να την εμπιστευτούν μόνο στη λογική του πληρεξούσιου; Και μάλλον εξ αιτίας της αναστάτωσης, στην οποία περιήλθε ο Γκρέγκορ μ’ αυτούς τους συλλογισμούς, παρά εξ αιτίας μια σωστής απόφασης, πετάχτηκε μ’ όλη του τη δύναμη απ’ το κρεβάτι. Ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα, αλλά κανονική φασαρία δεν ήταν. Λίγο αποδυναμώθηκε η πτώση από το χαλί, επίσης η ράχη του ήτανε πιο ελαστική απ’ ό,τι νόμιζε ο Γκρέγκορ, ως εκ τούτου ακούστηκε ο όχι και τόσο εντυπωσιακός υπόκωφος ήχος. Μόνο το κεφάλι δεν το είχε κρατήσει αρκετά προσεχτικά και το χτύπησε· το γύρισε κι άρχισε να το τρίβει στο χαλί απ’ τον θυμό και τον πόνο.

            «Εκεί μέσα κάτι έπεσε», είπε ο πληρεξούσιος στο πλαϊνό δωμάτιο αριστερά. Ο Γκρέγκορ προσπάθησε να φανταστεί αν θα μπορούσε κάποια στιγμή να συμβεί και στον πληρεξούσιο κάτι παρόμοιο, όπως σήμερα σ’ αυτόν· την πιθανότητα τούτου έπρεπε ωστόσο όντως να την αποδεχθεί κανείς. Αλλά σαν ωμή απάντηση σε τούτο το ερώτημα έκαμε τώρα ο πληρεξούσιος στο πλαϊνό δωμάτιο ένα-δυο συγκεκριμένα βήματα κι έκαμε τις λουστρινένιες μπότες του να τρίξουν. Απ’ το πλαϊνό δωμάτιο δεξιά ψιθύρισε η αδελφή, για να ενημερώσει τον Γκρέγκορ: «Γκρέγκορ, είν’ εδώ ο πληρεξούσιος.» «Το ξέρω», μονολόγησε ο Γκρέγκορ· αλλά τόσο δυνατά, ώστε να μπορέσει να τ’ ακούσει η αδελφή του, δεν τόλμησε να υψώσει τη φωνή.

            «Γκρέγκορ», έλεγε τώρα ο πατέρας του απ’ το πλαϊνό δωμάτιο αριστερά, «έχει έρθει ο κύριος πληρεξούσιος και ρωτάει να μάθει γιατί δεν έφυγες με το πρωινό το τρένο. Εμείς δεν ξέρουμε τι πρέπει να του πούμε. Μάλιστα θέλει να μιλήσει και σ’ εσένα προσωπικά. Σε παρακαλώ λοιπόν άνοιξε την πόρτα. Την ακαταστασία στο δωμάτιο θα έχει την καλοσύνη να μας τη συγχωρήσει.» «Καλημέρα, κύριε Ζάμσα», αναφώνησε ο πληρεξούσιος φιλικά εν τω μεταξύ. «Δεν είναι καλά», είπε η μητέρα στον πληρεξούσιο, ενώ ο πατέρας μιλούσε ακόμη από την πόρτα, «δεν είναι καλά, πιστέψτε με, κύριε πληρεξούσιε. Πώς αλλιώς θα έχανε ο Γκρέγκορ το τρένο του! Το παιδί δεν έχει τίποτε άλλο στο μυαλό του πέρα απ’ το εμπορικό. Εγώ θυμώνω σχεδόν κιόλας, που τα βράδια ποτέ δεν βγαίνει έξω· τώρα ήτανε οκτώ ημέρες στην πόλη, αλλά κάθε βράδυ ήτανε στο σπίτι. Κάθεται εκεί μαζί μας στο τραπέζι και διαβάζει σιωπηλός την εφημερίδα ή μελετάει τα δρομολόγια. Είναι μάλιστα διασκέδαση για ’κείνον ν’ ασχολείται μ’ εργασίες ξυλοκοπτικής. Σκάλισε λόγου χάριν μέσα σε δυο, τρία βράδια μία μικρή κορνίζα· θ’ απορήσετε με το πόσο όμορφη είναι· είναι κρεμασμένη μες στο δωμάτιο· θα τη δείτε αμέσως μόλις ανοίξει ο Γκρέγκορ. Πάντως είμαι ευτυχής που ήρθατε, κύριε πληρεξούσιε· εμείς μόνοι μας δεν θα τον είχαμε καταφέρει τον Γκρέγκορ ν’ ανοίξει την πόρτα· είναι τόσο ξεροκέφαλος· και σίγουρα δεν είναι καλά, παρά το ότι τ’ αρνήθηκε το πρωί.» «Έρχομαι αμέσως», είπε ο Γκρέγκορ αργά και προσεχτικά και δεν σάλεψε, για να μη χάσει καμμιά κουβέντα απ’ τις συνομιλίες. «Διαφορετικά, αξιότιμη κυρία, δεν μπορώ ούτε εγώ να το εξηγήσω», είπε ο πληρεξούσιος, «ελπίζω να μην είναι τίποτε σοβαρό. Αν κι από την άλλη πλευρά πρέπει να πω ότι εμείς οι άνθρωποι του εμπορίου – δυστυχώς ή ευτυχώς, όπως αγαπάει κανείς – μία μικρή αδιαθεσία πρέπει πολύ συχνά απλώς να την υπερνικούμε σκεπτόμενοι το εμπόριο.» «Μπορεί λοιπόν να περάσει στο δωμάτιό σου ο κύριος πληρεξούσιος;», ρώτησε ο ανυπόμονος πατέρας και χτύπησε πάλι την πόρτα. «Όχι», είπε ο Γκρέγκορ. Στο πλαϊνό δωμάτιο αριστερά έγινε μια βασανιστική σιγή, στο πλαϊνό δωμάτιο δεξιά άρχισε η αδελφή να κλαίει με λυγμούς.

            Γιατί λοιπόν δεν πήγαινε η αδελφή του με τους άλλους; Μάλλον είχε μόλις τώρα σηκωθεί απ’ το κρεβάτι και δεν είχε καν αρχίσει να ντύνεται ακόμη. Και γιατί έκλαιγε δηλαδή; Επειδή αυτός δεν σηκωνότανε και δεν άφηνε τον πληρεξούσιο να περάσει, επειδή κινδύνευε να χάσει τη θέση του κι επειδή ύστερα ο διευθυντής θα κυνηγούσε πάλι τους γονείς του με τις παλαιές απαιτήσεις; Αυτά ήσαν βέβαια προς το παρόν μάλλον αχρείαστες έγνοιες. Επιπλέον ο Γκρέγκορ ήταν εδώ κι ούτε κατά διάνοια δεν σκεπτότανε να εγκαταλείψει την οικογένειά του. Αυτή τη στιγμή κειτόταν εκεί πάνω στο χαλί, και κανένας που θα γνώριζε την κατάστασή του δεν θ’ απαιτούσε στα σοβαρά απ’ αυτόν ν’ αφήσει τον πληρεξούσιο να περάσει μέσα. Αλλά λόγω αυτής της μικρής αγένειας, για την οποία βέβαια αργότερα θα σκαρφιζόταν εύκολα κάποια ταιριαστή δικαιολογία, δεν μπορεί βέβαια να τον διώχνανε αμέσως τον Γκρέγκορ. Και στον Γκρέγκορ φαινόταν ότι θα ήτανε πολύ πιο λογικό να τον αφήσουνε τώρα στην ησυχία του, αντί να τον ενοχλούνε με κλάματα και νουθεσίες. Αλλά ήτανε πάλι η αβεβαιότητα που τους πίεζε τους άλλους και που δικαιολογούσε τη συμπεριφορά τους.

            «Κύριε Ζάμσα», φώναζε τώρα ο πληρεξούσιος με υψωμένη τη φωνή, «μα τι τρέχει; Ταμπουρώνεστε εκεί μες στο δωμάτιό σας, απαντάτε απλώς με ένα ναι και ένα όχι, προκαλείτε στους γονείς σας μεγάλες, αχρείαστες έγνοιες και παραμελείτε – τούτο το αναφέρω παρεμπιπτόντως μόνο – τις εμπορικές σας υποχρεώσεις κατά έναν πράγματι ανήκουστο τρόπο. Μιλώ εδώ εκ μέρους των γονέων σας και του διευθυντή σας και σας ζητώ απολύτως σοβαρά μιαν άμεση, σαφή εξήγηση. Απορώ, απορώ. Θεωρούσα ότι σας ήξερα ως έναν ήρεμο, λογικό άνθρωπο, και τώρα φαίνεστε ξαφνικά να θέλετε ν’ αρχίσετε να επιδεικνύετε παράξενες διαθέσεις. Ο διευθυντής μού υπαινίχθη σήμερα μάλιστα το πρωί μία πιθανή εξήγηση για την αμέλειά σας – αφορούσε την είσπραξη οφειλών που σας εμπιστεύθηκε πρότινος – αλλά εγώ ειλικρινά έδωσα τον λόγο της τιμής μου σχεδόν ότι αυτή η εξήγηση δεν μπορεί να ισχύει. Τώρα όμως βλέπω εδώ την ακατανόητη την ισχυρογνωμοσύνη σας και χάνω παντελώς κάθε διάθεση να σας υπερασπιστώ έστω και στο ελάχιστο. Και η θέση σας δεν είναι επ’ ουδενί η πλέον ακλόνητη. Εγώ είχα αρχικά σκοπό να σας τα πω αυτά ιδιαιτέρως, αλλά αφού εσείς με κάμνετε να χάνω εδώ ανώφελα τον χρόνο μου, δεν ξέρω γιατί δεν θα πρέπει να τα μάθουνε κι οι κύριοι γονείς σας. Οι αποδόσεις σας τον τελευταίο καιρό ήσαν λοιπόν πολύ ανεπαρκείς· δεν είναι βέβαια η εποχή του χρόνου, για να κάμνει κανείς ιδιαίτερες δουλειές, τούτο το αναγνωρίζουμε· αλλά εποχή του χρόνου, για να μην κάμνουμε καθόλου δουλειές, δεν υπάρχει εν γένει, κύριε Ζάμσα, δεν επιτρέπεται να υπάρχει.»

            «Μα κύριε πληρεξούσιε», αναφώνησε ο Γκρέγκορ εκτός εαυτού και με την αναστάτωση τα ξέχασε όλα τ’ άλλα, «ανοίγω αμέσως, αυτοστιγμεί.» Μία ελαφρά αδιαθεσία, μία κρίση ιλίγγου μ’ εμπόδιζαν να σηκωθώ. Είμαι ακόμη ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Τώρα όμως είμαι κιόλας εντελώς φρέσκος πάλι. Τώρα δα σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι. Μόνο μια στιγμούλα υπομονή! Τα πράγματα δεν είναι ακόμη και τόσο καλά όσο νόμιζα. Είμαι όμως ήδη καλύτερα. Τι μπορεί να συμβεί σ’ έναν άνθρωπο! Εχθές το βράδυ ακόμη ήμουν εντελώς καλά, οι γονείς μου το ξέρουν βέβαια, ή μάλλον, ήδη από εχθές το βράδυ είχα ένα μικρό προαίσθημα. Πρέπει να φαινόμουνα. Γιατί όμως να μην ειδοποιήσω στο εμπορικό! Αλλά βέβαια πάντοτε σκέπτεται κανείς ότι θα περάσει την αρρώστια χωρίς να μείνει σπίτι. Κύριε πληρεξούσιε! Λυπηθείτε τους γονείς μου! Για όλες τις κατηγορίες που μου απευθύνετε τώρα δεν υπάρχει καμμία βάση· ούτε και μου είπανε καμμία κουβέντα γι’ αυτά. Ίσως τις τελευταίες παραγγελίες που έστειλα δεν τις διαβάσατε. Εξάλλου, ακόμη και με το τρένο των οκτώ θα κάμω το ταξίδι, οι μια-δυο ώρες ηρεμίας με δυνάμωσαν. Μόνο μη μου χασομεράτε, κύριε πληρεξούσιε· θα έρθω αμέσως ο ίδιος στο εμπορικό, και έχετε την καλοσύνη να το πείτε αυτό και να δώσετε τους χαιρετισμούς μου στον κύριο διευθυντή!»

            Κι ενώ ο Γκρέγκορ τα ξεστόμιζε όλ’ αυτά βιαστικά κι ούτε καν ήξερε τι έλεγε, εύκολα, μάλλον εξ αιτίας της άσκησης που είχε κάμει στο κρεβάτι, είχε πλησιάσει την κασέλα και τώρα προσπαθούσε να ισιώσει τον κορμό του πάνω της. Ήθελε όντως ν’ ανοίξει την πόρτα, όντως να παρουσιαστεί και να μιλήσει με τον πληρεξούσιο· ήτανε περίεργος να μάθει τι θα λέγανε οι άλλοι, που τώρα τον ζητούσανε τόσο πολύ, με την εμφάνισή του. Αν τρομάζανε, τότε ο Γκρέγκορ δεν θα είχε καμμία ευθύνη πια και μπορούσε να ηρεμήσει. Αν όμως τα έπαιρναν όλα ήρεμα, τότε ούτε κι εκείνος θα είχε κανέναν λόγο ν’ αναστατωθεί, και θα μπορούσε, αν βιαζότανε, να είναι όντως στις οκτώ η ώρα στον σταθμό. Αρχικά γλίστρησε μερικές φορές απ’ τη γλιστερή κασέλα, αλλά τελικά έδωσε μια τελευταία σπρωξιά και στάθηκε όρθιος εκεί· τους πόνους στο υπογάστριο δεν τους πρόσεχε πλέον, όσο πολύ κι αν τον έκαιγαν. Τώρα αφέθηκε να πέσει στη ράχη μιας κοντινής καρέκλας, που στις άκρες της πιάστηκε με τα ποδαράκια του. Μ’ αυτό όμως είχε καταφέρει να κυριαρχήσει και στον εαυτό του και βουβάθηκε, διότι τώρα μπορούσε κι άκουε τον πληρεξούσιο.

            «Καταλάβατε έστω και μία λέξη;», ρωτούσε ο πληρεξούσιος τους γονείς, «μα δεν μας περιπαίζει;» «Για τ’ όνομα του Θεού», αναφώνησε η μητέρα με κλάματα κιόλας, «ίσως είναι βαριά άρρωστος, κι εμείς τον βασανίζουμε. Γκρέτε! Γκρέτε!», φώναξε ύστερα. «Μητέρα;», αναφώνησε η αδελφή από την άλλη πλευρά. Συνεννοούνταν μέσω του δωματίου τού Γκρέγκορ. «Πρέπει να πας αμέσως στον γιατρό. Ο Γκρέγκορ είναι άρρωστος. Γρήγορα τον γιατρό. Άκουσες τώρα τον Γκρέγκορ που μίλησε;» «Αυτή ήτανε φωνή ζώου», είπε ο πληρεξούσιος, εντυπωσιακά σιγανά απέναντι στις φωνές της μητέρας. «Άννα! Άννα!», αναφώνησε ο πατέρας μέσα απ’ το χωλ προς την κουζίνα και χτύπησε παλαμάκια τα χέρια του, «σύρε να φέρεις έναν κλειδαρά αμέσως!» Κι ήδη τρέχανε οι δυο κοπέλες με τα φουστάνια τους να θροΐζουνε μες στο χωλ –  πώς είχε ντυθεί τόσο γρήγορα η αδελφή του; - κι ανοίξανε απότομα την πόρτα τού σπιτιού. Ούτε που ακούστηκε να κλείνει η πόρτα· την είχανε μάλλον αφήσει ανοιχτή, όπως είθισται να γίνεται σε σπίτια που τα έχει βρει μεγάλη συμφορά.

Ο Γκρέγκορ όμως είχε ηρεμήσει κατά πολύ. Δεν καταλάβαιναν λοιπόν τα λόγια του πια, παρά το ότι σ’ εκείνον φαντάζανε  αρκετά καθαρά, πιο καθαρά από πρωτύτερα, ίσως εξ αιτίας της συνήθειας του αφτιού. Αλλά μολαταύτα πίστευαν κιόλας ότι δεν ήσαν εντάξει τα πράγματα μ’ εκείνον, κι ήσαν πρόθυμοι να τον βοηθήσουν. Η αισιοδοξία κι η σιγουριά με τις οποίες εκτελέσθηκαν οι πρώτες διαταγές τού έκαμαν καλό. Ένιωσε να συμπεριλαμβάνεται πάλι στον κύκλο των ανθρώπων και προσδοκούσε κι απ’ τους δυο, απ’ τον γιατρό κι από τον κλειδαρά, χωρίς στην πραγματικότητα να τους ξεχωρίζει ακριβώς, μεγαλειώδεις κι εκπληκτικές υπηρεσίες. Για ν’ αποκτήσει εν όψει των επικείμενων αποφασιστικών συζητήσεων μιαν όσο το δυνατόν πιο καθαρή φωνή, έβηξε λίγο, πασχίζοντας ασφαλώς να το κάμει εντελώς πνιχτά, αφού κατά πάσα πιθανότητα ακόμη κι εκείνος ο θόρυβος ακουόταν διαφορετικά απ’ τον ανθρώπινο βήχα, πράγμα που δεν εμπιστευότανε πλέον τον εαυτό του να κρίνει. Στο πλαϊνό δωμάτιο είχε γίνει εν τω μεταξύ απόλυτη ησυχία. Ίσως να κάθονταν οι γονείς του με τον πληρεξούσιο στο τραπέζι και να σιγοψιθύριζαν, ίσως ν’ ακουμπούσανε όλοι στην πόρτα και να κρυφάκουαν.

            Ο Γκρέγκορ σύρθηκε αργά-αργά με την καρέκλα προς την πόρτα, την άφησε εκεί, όρμησε πάνω στην πόρτα, κρατήθηκε πάνω της με ίσιο το κορμί – οι πατούσες στα ποδαράκια του είχανε λίγη κόλλα – και ξεκουράστηκε εκεί κάποια στιγμή απ’ την προσπάθεια. Ύστερα όμως άρχισε να γυρίζει με το στόμα το κλειδί στην κλειδαριά. Φάνηκε δυστυχώς ότι δεν είχε πραγματικά δόντια - με τι θα έπιανε τώρα το κλειδί; - αντ’ αυτού όμως ήσαν τα σαγόνια του βέβαια πολύ δυνατά· με τη βοήθειά τους έκαμε πράγματι το κλειδί να κουνηθεί και δεν πρόσεξε ότι αναμφίβολα προκάλεσε κάποια ζημιά, διότι ένα καφετί υγρό έβγαινε απ’ το στόμα του, έτρεχε πάνω απ’ το κλειδί κι έσταζε στο πάτωμα. «Ακούστε», είπε ο πληρεξούσιος στο πλαϊνό δωμάτιο, «γυρίζει το κλειδί.» Αυτό ήτανε για τον Γκρέγκορ μία μεγάλη ενθάρρυνση· αλλά όλοι θα έπρεπε να του φωνάξουνε, ακόμη κι ο πατέρας του και η μητέρα του: «Γερά, Γκρέγκορ», θα έπρεπε να φωνάξουνε, «δώσ’ του, γερά στην κλειδαριά δώσ’ του!» Και με τη φαντασίωση ότι όλοι παρακολουθούσανε τις προσπάθειές του με αγωνία, δάγκωσε με όλη τη δύναμη που μπορούσε να βάλει ασυναίσθητα το κλειδί. Ανάλογα με την πρόοδο του γυρίσματος του κλειδιού χόρευε γύρω απ’ την κλειδαριά· κρατιότανε τώρα μόνο με το στόμα ίσιος, κι ανάλογα με την ανάγκη κρεμιότανε απ’ το κλειδί ή το πίεζε ύστερα πάλι προς τα κάτω μ’ ολόκληρο το βάρος του σώματός του. Ο κάπως δυνατός ήχος της κλειδαριάς που ξεμάγκωνε τον ξύπνησε τον Γκρέγκορ επιτέλους εντελώς. Παίρνοντας μιαν ανάσα βαθειά είπε με τον νου του: «Δεν τον χρειαζόμουν λοιπόν τον κλειδαρά», κι έβαλε το κεφάλι του πάνω στο πόμολο, για ν’ ανοίξει εντελώς την πόρτα.

            Αφού αναγκάστηκε ν’ ανοίξει την πόρτα μ’ αυτόν τον τρόπο, εκείνη είχε στην πραγματικότητα ήδη ανοίξει πάρα πολύ, κι εκείνος δεν φαινότανε ακόμη. Έπρεπε αργά-αργά να περιστραφεί γύρω απ’ το ένα φύλλο της πόρτας, και μάλιστα πολύ προσεχτικά, αν δεν ήθελε ακριβώς πριν απ’ την είσοδο στο δωμάτιο να πέσει άτσαλα ανάσκελα. Ήταν ακόμη απασχολημένος μ’ εκείνη τη δύσκολη κίνηση και δεν είχε χρόνο να προσέξει κάτι άλλο, και τότε άκουσε κιόλας τον πληρεξούσιο να ξεστομίζει ένα δυνατό «Ω!» - ακούστηκε όπως όταν σφυρίζει ο άνεμος – και τώρα τον έβλεπε κιόλας εκείνον, που ήτανε ο πιο κοντινός στην πόρτα, να πιέζει το χέρι του στο ανοιχτό του στόμα και ν’ απομακρύνεται αργά-αργά, σαν να τον απωθούσε μια αόρατη, συμμετρικά επενεργούσα ακόμη δύναμη. Η μητέρα – έστεκε εδώ παρά την παρουσία τού πληρεξούσιου με τα λυμένα ακόμη από τη νύχτα μαλλιά της να πετάνε ψηλά – κοίταξε πρώτα με σταυρωμένα τα χέρια τον πατέρα, έκαμε ύστερα δυο βήματα προς τον Γκρέγκορ και κατέρρευσε μες στα φουστάνια της που απλώθηκαν τριγύρω της, με το πρόσωπο βυθισμένο να μη φαίνεται καθόλου στο στήθος της. Ο πατέρας έσφιξε μ’ εχθρική έκφραση τη γροθιά του, σαν νά ’θελε να χτυπήσει τον Γκρέγκορ και να τον γυρίσει στο δωμάτιό του, κοίταξε ύστερα αβέβαιος γύρω του στο καθιστικό, σκέπασε ύστερα με τα χέρια τα μάτια του κι άρχισε να κλαίει, έτσι που το ρωμαλέο στήθος του τρανταζόταν.

            Ο Γκρέγκορ δεν έμπαινε τώρα καθόλου στο δωμάτιο, αλλά ακούμπησε από μέσα στο μανταλωμένο φύλλο της πόρτας, έτσι που το σώμα του φαινότανε μόνο το μισό κι από πάνω του το γυρτό προς το πλάι κεφάλι, με το οποίο ατένιζε τους άλλους απέναντι. Είχε εν τω μεταξύ φωτίσει πολύ περισσότερο· καθαρό έστεκε στην άλλη πλευρά του δρόμου το περίγραμμα του απέναντι, ατελείωτου, γκριζόμαυρου κτηρίου – ήταν νοσοκομείο – με τα παράθυρά του να κομματιάζουνε σκληρά την πρόσοψη ανά ίσες αποστάσεις· η βροχή έπεφτε ακόμη, αλλά μόνο με μεγάλες, μεμονωμένα ορατές σταγόνες που ρίχνονταν στη γη όντως μεμονωμένα επίσης. Το σερβίτσιο του πρωινού ήτανε πλουσιοπάροχο πάνω στο τραπέζι, διότι για τον πατέρα το πρωινό ήταν το σημαντικότερο γεύμα της ημέρας, που διαβάζοντας διάφορες εφημερίδες το τραβούσε για ώρες. Ακριβώς στον απέναντι τοίχο κρεμότανε μια φωτογραφία του Γκρέγκορ από την εποχή του στρατιωτικού του, που τον έδειχνε ανθυπολοχαγό, με το χέρι στο ξίφος, χαμογελώντας ξέγνοιαστος, να απαιτεί σεβασμό για τη στάση και τη στολή του. Η πόρτα του χωλ ήτανε ανοιγμένη, και φαινότανε, αφού κι η πόρτα του σπιτιού ήταν ανοιχτή, η είσοδος του σπιτιού έξω κι η αρχή της σκάλας που οδηγούσε κάτω.

            «Λοιπόν», είπε ο Γκρέγκορ και ήξερε πολύ καλά ότι ήταν ο μοναδικός που είχε διατηρήσει την ηρεμία του, «θα ντυθώ αμέσως, θα πακετάρω τη συλλογή και θα φύγω. Θέλετε εσείς, θέλετε εσείς να με αφήσετε να φύγω; Λοιπόν, κύριε πληρεξούσιε, βλέπετε δεν είμαι ξεροκέφαλος κι επιθυμώ να εργαστώ· τα ταξίδια είναι κουραστικά, αλλά εγώ δεν θα μπορούσα να ζήσω χωρίς ταξίδια. Μα πού πηγαίνετε, κύριε πληρεξούσιε; Στο εμπορικό; Ναι; Θα αναφέρετε τα πάντα μένοντας πιστός στην αλήθεια; Μπορεί προς στιγμή να είναι κανείς ανίκανος να εργαστεί, αλλά τότε είναι όντως η σωστή χρονική στιγμή να θυμηθεί τις παλαιότερες επιδόσεις του και να σκεφθεί ότι αργότερα, μετά τον παραμερισμό του εμποδίου, σίγουρα θα εργάζεται ακόμη πιο επιμελώς και πιο συγκεντρωμένος. Εγώ είμαι βέβαια πάρα πολύ υποχρεωμένος στον κύριο διευθυντή, αυτό το ξέρετε πολύ καλά. Απ’ την άλλη πλευρά έχω την έγνοια των γονιών μου και της αδελφής μου. Βρίσκομαι σε στενωπό, αλλά θα βγω και πάλι. Μην μου το κάμνετε όμως πιο δύσκολο απ’ όσο ήδη είναι. Πάρετε στο εμπορικό το μέρος μου! Τον εμπορικό αντιπρόσωπο δεν τον αγαπάνε, το ξέρω. Σκέπτονται ότι κερδίζει ένα σωρό χρήματα και κάμνει συγχρόνως ωραία ζωή. Δεν έχουν άλλωστε και καμμιά ιδιαίτερη αφορμή, για να σκεφθούν τούτη την προκατάληψη καλύτερα. Εσείς όμως, κύριε πληρεξούσιε, εσείς έχετε μία καλύτερη επισκόπηση των καταστάσεων από το υπόλοιπο προσωπικό, ακόμη μάλιστα, το λέγω εντελώς εμπιστευτικά αυτό, μια καλύτερη επισκόπηση απ’ ό,τι ο κύριος διευθυντής αυτοπροσώπως, που με την ιδιότητά του ως επιχειρηματίας αφήνεται εύκολα να πλανηθεί στην κρίση του προς δυσμένεια κάποιου υπαλλήλου. Εσείς ξέρετε επίσης πολύ καλά ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος, που σχεδόν όλο τον χρόνο είναι εκτός εμπορικού, μπορεί τόσο εύκολα να γίνει θύμα κουτσομπολιών, συμπτώσεων και αβάσιμων παραπόνων, εναντίον των οποίων τού είναι εντελώς αδύνατο να αμυνθεί, αφού από αυτά ως επί το πλείστον τίποτε δεν μαθαίνει και μόνο ύστερα, όταν εξαντλημένος έχει τελειώσει το ταξίδι του, αρχίζει στο σπίτι του τις άσχημες συνέπειες, που οι αιτίες τους δεν διακρίνονται πλέον, να τις νιώθει στο ίδιο του το κορμί. Κύριε πληρεξούσιε, μην φεύγετε, χωρίς να μού ’χετε πει μια λέξη που θα μου δείξει ότι τουλάχιστον κατά ένα μικρό μέρος μού δίνετε κάποιο δίκιο!»

            Αλλά ο πληρεξούσιος ήδη με τις πρώτες κουβέντες του Γκρέγκορ είχε γυρίσει την πλάτη του, και μόνο πάνω από τον ώμο του που έτρεμε κοίταζε με προτεταμένα χείλη πίσω προς τον Γκρέγκορ. Και κατά τη διάρκεια του λόγου τού Γκρέγκορ δεν στάθηκε στιγμή ακίνητος, αλλά αποτραβιότανε, χωρίς ν’ αφήνει από τα μάτια του τον Γκρέγκορ, προς την πόρτα, αλλά εντελώς σιγά-σιγά, σαν να υπήρχε μία μυστική απαγόρευση να φύγει απ’ το δωμάτιο. Ήδη ήτανε στο χωλ, και μετά την ξαφνική κίνηση, με την οποία τράβηξε για τελευταία φορά το πόδι του απ’ το καθιστικό, θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι είχε μόλις κάψει την πατούσα του. Στο χωλ όμως άπλωσε το δεξί του χέρι πολύ προς τη σκάλα, σαν να τον περίμενε εκεί μία όντως υπερφυσική λύτρωση.

            Ο Γκρέγκορ συνειδητοποίησε ότι σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει ν’ αφήσει τον πληρεξούσιο να φύγει με τούτη τη διάθεση, αφού έτσι επρόκειτο να διακυβευτεί στο έπακρο η θέση του στο εμπορικό. Οι γονείς του δεν τα καταλαβαίναν’ όλ’ αυτά και τόσο καλά· με τα πολλά χρόνια είχανε σχηματίσει την πεποίθηση ότι ο Γκρέγκορ ήταν εξασφαλισμένος σ’ εκείνο το εμπορικό για όλη του τη ζωή, κι είχανε τώρα εξάλλου με τις έγνοιες εκείνης της στιγμής τόσο πολλά να κάμουν, που κάθε προνοητικότητα την είχανε χάσει. Αλλά ο Γκρέγκορ την είχε αυτή την προνοητικότητα. Τον πληρεξούσιο έπρεπε να τον κρατήσει, να τον καθησυχάσει, να τον πείσει και τελικά να τον κερδίσει· το μέλλον τού Γκρέγκορ και της οικογένειάς του εξαρτιόταν βέβαια απ’ αυτό! Να ήτανε όμως η αδελφή του εδώ! Εκείνη ήτανε ξύπνια· εκείνη είχε ήδη βάλει τα κλάματα, όταν ο Γκρέγκορ ήταν ακόμη ήσυχα ξαπλωμένος ανάσκελα. Και σίγουρα ο πληρεξούσιος, αυτός ο γυναικάς, θα παρασυρόταν από ’κείνη · εκείνη θα είχε κλείσει την πόρτα του σπιτιού και μιλώντας του στο χωλ θα του έδιωχνε τον τρόμο. Αλλά η αδελφή του δεν ήτανε τώρα εκεί, ο Γκρέγκορ μόνος του έπρεπε να δράσει. Και χωρίς να σκεφθεί ότι τις τωρινές του ικανότητες να κινείται δεν τις γνώριζε καθόλου ακόμη, χωρίς επίσης να σκεφθεί ότι ο λόγος του ενδεχομένως μάλλον κατά πάσα πιθανότητα δεν θα γινότανε πάλι κατανοητός, έφυγε απ’ το φύλλο της πόρτας· σύρθηκε από το άνοιγμα· ήθελε να πάει στον πληρεξούσιο, που ήδη κρατιότανε γελοιωδώς με τα δυο τα χέρια απ’ το κιγκλίδωμα της εισόδου· έπεσε όμως αμέσως, ψάχνοντας από κάπου να κρατηθεί, με μια μικρή κραυγή στα πολλά του ποδαράκια. Δεν πρόλαβε να συμβεί αυτό καλά-καλά, κι ένιωσε για πρώτη φορά εκείνο το πρωί μία σωματική ευεξία· τα ποδαράκια είχανε σταθερό έδαφος από κάτω τους· υπάκουαν πλήρως, όπως με χαρά του διαπίστωσε · πασχίζανε μάλιστα να τον πάνε εκεί που ήθελε· και ήδη πίστευε ότι επέκειτο άμεσα η οριστική ανάρρωση από κάθε πάθηση. Αλλά την ίδια στιγμή, όταν εκείνος λικνιζόμενος εκεί απ’ τη συγκρατημένη κίνηση, καθόλου μακριά απ’ τη μητέρα του, ήτανε ακριβώς απέναντί της στο πάτωμα, πήδηξε εκείνη, που όμως φαινότανε τόσο πολύ βυθισμένη στον εαυτό της, με μιας ψηλά, με τα χέρια απλωμένα, τα δάχτυλα τεντωμένα, αναφώνησε: «Βοήθεια, για τ’ όνομα του Θεού βοήθεια!», είχε το κεφάλι σκυφτό, σαν νά ’θελε να βλέπει καλύτερα τον Γκρέγκορ, αλλά βημάτιζε, σ’ αντίθεση μ’ αυτό, παράλογα προς τα πίσω· είχε ξεχάσει ότι πίσω της ήτανε το στρωμένο τραπέζι·κάθησε, όταν το έφτασε, σαν αφηρημένη, βιαστικά πάνω του· και δεν έδειχνε καθόλου να καταλαβαίνει ότι δίπλα της απ’ την μεγάλη κανάτα που είχε αναποδογυρίσει χυνότανε ο καφές ποτάμι κανονικό επάνω στο χαλί.

«Μητέρα, μητέρα», είπε ο Γκρέγκορ σιγανά, και την κοίταξε προς τα πάνω. Ο πληρεξούσιος για μια στιγμή είχε βγει εντελώς απ’ το μυαλό του· αντίθετα δεν μπόρεσε, στη θέα του καφέ που έρεε, να μην ανοιγοκλείσει τα σαγόνια του κάποιες φορές στον αέρα. Μ’ αυτό έβαλε η μητέρα εκ νέου τις φωνές, έφυγε απ’ το τραπέζι να σωθεί κι έπεσε στην αγκαλιά του πατέρα που έσπευσε προς το μέρος της. Αλλά ο Γκρέγκορ δεν είχε τώρα χρόνο για τους γονείς του· ο πληρεξούσιος ήτανε ήδη στη σκάλα· με το σαγόνι στο κιγκλίδωμα, κοίταξε για τελευταία φορά προς τα πίσω. Ο Γκρέγκορ πήρε φόρα, για να τον προφτάσει όσο το δυνατόν πιο σίγουρα· ο πληρεξούσιος πρέπει κάτι να κατάλαβε, διότι πέρασε μ’ ένα σάλτο κάποια σκαλοπάτια κι εξαφανίσθηκε: «Ου!» όμως φώναζε ακόμη, ακουόταν σ’ ολόκληρο το κλιμακοστάσιο. Δυστυχώς κι αυτή η φυγή του πληρεξούσιου φάνηκε πια τον πατέρα, που μέχρι τώρα ήτανε σχετικά ψύχραιμος, να τον συγχύζει ολοκληρωτικά, διότι αντί ο ίδιος να τρέξει πίσω απ’ τον πληρεξούσιο ή τουλάχιστον να μην εμποδίσει τον Γκρέγκορ στο κυνηγητό του, άρπαξε με το δεξί το μπαστούνι του πληρεξούσιου, που εκείνος το είχε παρατήσει μαζί με καπέλο και πανωφόρι πάνω σε μια καρέκλα, πήρε με τ’ αριστερό μία μεγάλη εφημερίδα απ’ το τραπέζι και βάλθηκε χτυπώντας τα πόδια του στο πάτωμα να παγανίζει τον Γκρέγκορ κουνώντας το μπαστούνι και την εφημερίδα να γυρίσει πίσω στο δωμάτιό του. Κανένα παρακάλι τού Γκρέγκορ δεν ωφέλησε, κανένα παρακάλι δεν έγινε και κατανοητό, όσο ταπεινά κι αν γύριζε το κεφάλι του, ο πατέρας χτυπούσε μόνο πιο δυνατά με τα πόδια. Απέναντι η μητέρα παρά τον δροσερό καιρό είχε δώσει μια σ’ ένα παράθυρο ν’ ανοίξει, και γερμένη προς τα έξω πίεζε το πρόσωπό της σκύβοντας πολύ απ’ το παράθυρο στα δυο της χέρια. Ανάμεσα στο σοκάκι και το κλιμακοστάσιο έγινε ένα δυνατό ρεύμα, οι κουρτίνες στο παράθυρο ανεμίζανε, οι εφημερίδες πάνω στο τραπέζι θροΐζανε, μεμονωμένα φύλλα πετούσανε πάνω απ’ το πάτωμα. Αμείλικτος ο πατέρας στρίμωχνε κι έβγαζε ήχους συριστικούς, σαν άγριος. Τώρα όμως ο Γκρέγκορ δεν είχε ακόμη εξασκηθεί να περπατάει προς τα πίσω, το πράγμα γινόταν όντως πολύ αργά. Αν ο Γκρέγκορ μπορούσε απλώς να γυρίσει, θα βρισκότανε αμέσως μες στο δωμάτιό του, αλλά φοβότανε μήπως με το χρονοβόρο γύρισμα έκαμνε τον πατέρα του να χάσει την υπομονή του, και ανά πάσα στιγμή τον απειλούσε απ’ το μπαστούνι στο χέρι τού πατέρα το θανάσιμο το χτύπημα στη ράχη ή στο κεφάλι. Τελικά όμως δεν έμενε τίποτε άλλο στον Γκρέγκορ, διότι πρόσεξε με φρίκη ότι περπατώντας προς τα πίσω ούτε καν την κατεύθυνση δεν μπορούσε να κρατήσει σταθερή· κι έτσι άρχισε, με ακατάπαυστα φοβισμένα λοξά βλέμματα προς τον πατέρα του, να γυρίζει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, στην πραγματικότητα όμως μόνο πολύ αργά. Ίσως ο πατέρας να πρόσεξε την καλή τη θέλησή του, διότι δεν τον ενόχλησε όσο το έκαμνε αυτό, αλλά διηύθυνε μάλιστα πότε-πότε το γύρισμα από μακριά με την άκρη του μπαστουνιού του. Να μην υπήρχε μόνο εκείνο το ανυπόφορο σφύριγμα του πατέρα! Του Γκρέγκορ πήγαινε να του στρίψει. Είχε σχεδόν γυρίσει ολόκληρος, όταν, ακούοντας πάντα εκείνο το σφύριγμα, μπερδεύτηκε μάλιστα και γύρισε πάλι λίγο προς τα πίσω. Όταν όμως επιτέλους ευτυχής ήτανε με το κεφάλι μπροστά απ’ το άνοιγμα της πόρτας, αποδείχθηκε ότι το σώμα του παραήτανε φαρδύ, για να περάσει χωρίς πολλά-πολλά. Του πατέρα φυσικά μες στην κατάστασή του εκείνη τη στιγμή ούτε που του πέρασε απ’ τον νου ν’ ανοίξει κάπως το άλλο φύλλο της πόρτας, για να δημιουργήσει μία επαρκή δίοδο για τον Γκρέγκορ. Έμμονη ιδέα του ήτανε μόνο ότι ο Γκρέγκορ έπρεπε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα να μπει στο δωμάτιό του. Ούτε θα είχε κάμει ποτέ τις χρονοβόρες προετοιμασίες που χρειαζότανε ο Γκρέγκορ, για να σηκωθεί κι ίσως να περάσει μ’ αυτόν τον τρόπο από την πόρτα. Αντίθετα, σαν να μην υπήρχε εμπόδιο κανένα, παγάνιζε τώρα τον Γκρέγκορ με ιδιαίτερο θόρυβο προς τα μπροστά· δεν ακουόταν πίσω απ’ τον Γκρέγκορ καθόλου πια σαν τη φωνή απλώς ενός μεμονωμένου πατέρα· τώρα δεν ήταν όντως καμμία διασκέδαση πια, κι ο Γκρέγκορ σπρωχνότανε – ας συνέβαινε ό,τι ήθελε – να περάσει την πόρτα. Η μια πλευρά του σώματός του σηκώθηκε, κειτότανε λοξά στο άνοιγμα της πόρτας, το ένα του το πλευρό είχε καταπληγωθεί απ’ το τρίψιμο, στην άσπρη πόρτα μένανε άσχημοι λεκέδες, σύντομα σφήνωσε και από μόνος του δεν θα μπορούσε να σαλέψει πια, τα ποδαράκια του από τη μια πλευρά κρέμονταν τρεμάμενα ψηλά στον αέρα, εκείνα στην άλλη πιέζονταν στο πάτωμα με πόνο – τότε του έδωσε ο πατέρας του από πίσω ένα λυτρωτικό όντως τώρα χτύπημα, κι αυτός πετάχτηκε, αιμορραγώντας πολύ, πέρα μες στο δωμάτιό του. Η πόρτα έκλεισε επιπλέον με το μπαστούνι, ύστερα έγινε επιτέλους ησυχία.

 

 

Φραντς Κάφκα: Οι γιοι (Η κρίση – Ο θερμαστής – Η μεταμόρφωση). Μετάφραση–Πρόλογος- Επίμετρο: Αλέξανδρος Κυπριώτης. Ίνδικτος. Αθήναι. 2005. σ. 83-112.


Revision: 2011/01/08 - 00:18 - © Mauro Nervi




Top Back Print Search Sitemap Tip Login